ἔκπλυτος

ἔκ-πλῠτος, ον,
A to be washed out, of colours, Pl.R.429e;

χιτωνίσκον περιήγητον ἐκπλύτῳ ἁλουργεῖ IG2.754.21

: metaph., washed out,

μίασμα δ' ἔ. πέλει A.Eu.281

;

ἔ. τὸ μιανθέν Pl.Lg.872e

.
II a kind of νάρδος, Gal.14.74.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκπλυτος — ἔκπλυτος, ον (Α) 1. αυτός που ξεβάφει με το πλύσιμο 2. ξεθωριασμένος, ανοιχτόχρωμος 3. φθαρτός 4. ο ηθικά εξαγνισμένος 5. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἔκπλυτον είδος τού φυτού νάρδος …   Dictionary of Greek

  • ἔκπλυτος — to be washed out masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκπλυτον — ἔκπλυτος to be washed out masc/fem acc sg ἔκπλυτος to be washed out neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκπλυτα — ἔκπλυτος to be washed out neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκπλυτ' — ἔκπλυτα , ἔκπλυτος to be washed out neut nom/voc/acc pl ἔκπλυτε , ἔκπλυτος to be washed out masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.